Η ανησυχία των ανδρών στη ράχη του Καππή ήταν έκδηλη, έντονη και επιτεινόμενη ιδίως όταν είδαν να βγαίνουν πυκνοί καπνοί από τα σπίτια τους που είχαν παραδοθεί στις φλόγες. Τότε άρχισαν μερικοί να κάνουν κάποια οργανωμένη κίνηση διαφυγής. Χωρίστηκαν σε ομάδες με Επί κεφαλής κάθε ομάδας έναν έμπειρο πρώην στρατιωτικό από τους παρόντες. Αυτές όμως οι συνεννοήσεις μεταξύ τους και η αυξημένη κινητικότητα του κόσμου έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς οι οποίοι άρχισαν να ανησυχούν. Ζήτησαν τότε κάποιον για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μαζί τους και προτάθηκε ο πατέρας μου από τον κόσμο, που αγωνιούσε να μάθει τις σκέψεις των Γερμανών. Προχώρησε μόνος 10-15 μέτρα προς τα εμπρός όπου ευρίσκοντο οι Επί κεφαλής αξιωματικοί, εμπρός από ένα φυσικό ανάχωμα του εδάφους όπου είχαν στήσει μια σειρά μυδραλιοβόλα με τις κάνες τους στραμμένες προς τον κόσμο. Ο διάλογος που έγινε έτσι όπως τον μετέφερε ο πατέρας μου στον κόσμο και σε μένα ο Γ. Γεωργαντάς ήταν σε γενικές γραμμές ο εξής:

η χαριστική βολή
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Διαπιστώνω μια διάχυτη νευρικότητα, ανησυχία στον κόσμο.
Κ. Αθανασιάδης: Ο κόσμος έχει δίκαιο να ανησυχεί, γιατί μας φέρατε εδώ; Τι σκοπεύετε να κάνετε; Είμαστε φιλήσυχοι οικογενειάρχες.
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Είμαστε εδώ για να καταπολεμήσουμε τους αντάρτες. Θα κάψουμε τα σπίτια σας για να μην έχουν καταφύγιο οι αντάρτες. Εσάς δεν θα σας πειράξουμε.
Κ. Αθανασιάδης: Ο κόσμος δεν πείθεται με αυτά που μας λέτε.
Συνεχίζεται και επιτείνεται η ανησυχία και ο θόρυβος από τον κόσμο που βρίσκεται σε αναβρασμό και οι Γερμανοί φοβούνται ότι μπορεί να γίνουν επεισόδια, γι’ αυτό χρησιμοποιούν το τελευταίο ισχυρό ατού.
Γερμανός Αξιωματικός (Τένερ): Πείτε στον κόσμο ότι δεν θα σας πειράξουμε. ΄Εχετε τον λόγο της στρατιωτικής μας τιμής.
Η υπόσχεση αυτή σε συνδυασμό με την άποψη πολλών Καλαβρυτινών από το πλήθος των παρόντων, ότι έπρεπε να αποφευχθούν βίαιες κινήσεις, διότι φοβόντουσαν ότι μπορεί να σκοτώσουν τα γυναικόπαιδα που κρατούσαν, οδήγησαν σε αναστολή της προσπάθειας οργάνωσης διαφυγής. Στο διάστημα των ωρών που ακολούθησαν κορυφώθηκε η αγωνία και ο φόβος, ιδίως όταν από το αρχηγείο των Γερμανών κάπου στο κέντρο των Καλαβρύτων, που πλέον καιγόντουσαν απ’ άκρου εις άκρον έπεσε μια κίτρινη φωτοβολίδα και ακολούθησε μια δεύτερη πράσινη και τέλος μια τρίτη κόκκινη με την οποία ο Γερμανός αξιωματικός του αποσπάσματος έδωσε το σύνθημα, κατεβάζοντας απότομα το ανυψωμένο χέρι του, οπότε άρχισαν όλα τα πολυβόλα να πολυβολούν το πλήθος. Ακούστηκαν φωνές, βρισιές και κραυγές πόνου, ενώ όλοι έπεσαν κάτω και ο καθένας προσπαθούσε να καλυφθεί κάτω από αυτούς που χτυπήθηκαν πρώτοι.
Ο Πάνος ο Γεωργαντάς πρόλαβε και φώναξε δυνατά «των πολλών ο θάνατος ουκ έστι θάνατος». Και κατέληξε ο θείος μου: «Πριν πέσω κάτω, κοίταξα να δω που βρίσκεται ο πατέρας σου. Τον είδα να ορμά προς τα πολυβόλα με τα χέρια τεντωμένα σαν να ήθελε να σταματήσει το κακό που ερχόταν, φωνάζοντας και βρίζοντας τους Γερμανούς άτιμους, γουρούνια, ώσπου τα πολυβόλα του σφράγισαν το στόμα». Παρά τον καταιγισμό των πυρών που διήρκεσαν αρκετά λεπτά, πολλοί από το πλήθος ήταν ζωντανοί (ανέπαφοι ή τραυματίες). Αυτούς τους υπολογίζει ο Γ. Γεωργαντάς σε 200-300, ενώ ο ίδιος ήταν ζωντανός και ανέπαφος και συζητούσε ψιθυριστά με τους γύρω του.
΄Ενας εξ αυτών, ο φαρμακοποιός Τάκης Πανταζής, είχε τραυματισθεί, πονούσε και φώναζε και οι άλλοι γύρω του τον παρακαλούσαν να μη φωνάζει και προκαλέσει την προσοχή των Γερμανών και ανακαλύψουν ότι υπάρχουν εκεί και άλλοι ζωντανοί. Δυστυχώς την εκτέλεση ακολούθησε η διαδικασία της χαριστικής βολης από τρεις Γερμανούς, που τους ανέσυραν έναν-έναν και τους πυροβολούσαν από μικρή απόσταση.
Ο Γ. Γεωργαντάς βλέποντας ότι δίνουν τη χαριστική βολή, έμεινε ακίνητος, κράτησε την αναπνοή του και τα μάτια του ανοικτά, όπως ήξερε ότι γίνεται με αυτούς που φονεύονται και αφού είχε φροντίσει νωρίτερα να αλείψει πρόσωπο, κεφάλι και χέρια με αίμα που έτρεχε άφθονο δίπλα του από άλλους σκοτωμένους. Κατάφερε προφανώς να πείσει ότι είναι νεκρός τους δύο πρώτους που τον προσπέρασαν, ο τρίτος όμως κάτι υποψιάσθηκε και τον πυροβόλησε. Η σφαίρα διαπέρασε την τραχηλική χώρα, χωρίς παραδόξως να τραυματίσει τα μεγάλα αγγεία (καρωτίδες, σφαγίτιδες) και νεύρα αυτής της περιοχής. Φαίνεται ότι έχασε αρκετό αίμα και λιποθύμησε. Μετά από χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να προσδιορίσει άρχισε να συνέρχεται και με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να ανασηκωθεί και να καθίσει. Διαπίστωσε ότι οι Γερμανοί είχαν φύγει.
Θυμάται και αναφέρει τραγικές εικόνες γεγονότων που διαδραματίστηκαν δίπλα του, πριν δεχτεί τη χαριστική βολή και ο ίδιος, όπως την εκτέλεση του συμμαθητή μου Ντίνου Αλεξόπουλου, που γύριζε γύρω από τον Γερμανό ο οποίος δυσκολευόταν να τον πυροβολήσει και τελικά του έβαλε τρικλοποδιά και όταν έπεσε κάτω τον πυροβόλησε, ενώ την τραγική στιγμή παρακολούθησε ο πατέρας του, ο οποίος ήταν επίσης ζωντανός, αλλά ανίκανος να προσφέρει βοήθεια στο παιδί του. Παρόμοια σκηνή μου διηγήθηκε και με τον Ντίνο Δημόπουλο, γιο του καθηγητή Αντώνη Δημόπουλου, ο οποίος παρακαλούσε να μην τον σκοτώσουν φωνάζοντας «Μη με σκοτώσεις, είμαι μικρό παιδί, δεν σας έχω κάνει τίποτα». Ο Γιώργος Γεωργαντάς, μετά και ένα δεύτερο επεισόδιο λιποθυμίας που εμφάνισε, κατάφερε τελικά να σταθεί στα πόδια του και άρχισε τρικλίζοντας να κατεβαίνει προς τα Καλάβρυτα. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων υπολογίζεται σε 700-800.
Ξημέρωσε κι οι γυναίκες είχαν ήδη ανοίξει τραβέρσο με τον τόπο της εκτέλεσης. Την ίδια διαδρομή ξεκίνησε ν’ ακολουθεί κι η μητέρα μου. Πήγαιναν όχι μόνο να εντοπίσουν και να κλάψουν τους δικούς τους, αλλά και να βρουν τρόπο να τους θάψουν. Η μία βοηθούσε την άλλη, κι όλες μαζί φύλαγαν τους σκοτωμένους να μην τους φάνε τα σκυλιά και τους σκυλέψουν οι κλέφτες. Εμείς, τα παιδιά, νηστικά τριγυρνούσαμε στα χαλάσματα και στα αποκαΐδια των σπιτιών της γειτονιάς να βρούμε ό,τι είχε απομείνει από τα πράγματά μας. Δεν θα ξεχάσω την ταραχή που ένιωσα, όταν βρήκα παραμορφωμένο το κρεβάτι μου, σωροκουβαριασμένο στο υπόγειο του σπιτιού μας μαζί με άλλα πράγματα του νοικοκυριού.[3] Το απόγευμα, αργά, γύρισε η μάνα μας ‒ κουρασμένη και καταματωμένη, φορώντας κάτι αντρικά παπούτσια, που της είχαν δώσει από έναν σκοτωμένο. Ψάχνοντας στα αποκαΐδια για κανένα κομμάτι ψωμί, βρήκε στη μισοκαμμένη κουζίνα μας το τσουρουφλισμένο από τη φωτιά φαγητό που είχε ετοιμάσει την προηγούμενη της καταστροφής. Λίγο φάγαμε, μοιράσαμε και στη γειτονιά κι έτσι ξεγελάσαμε την πείνα μας εκείνη τη μέρα.

Αργότερα, δεν ξέρω μετά από πόση ώρα, ακούσαμε σπαρακτικές κραυγές απ’ το γειτονικό σπίτι, του Κυριακόπουλου. Η ομίχλη στο μεταξύ είχε διαλυθεί, τρέξαμε προς εκεί. Αντικρίσαμε στην απέναντι πλαγιά το τραγικό θέαμα που, παρ’ όλη την αρκετά μεγάλη απόσταση, φαινόταν ξεκάθαρα τι είχε συμβεί.[4] Ξεκινήσαμε τρέχοντας για εκεί. Το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν το ρυάκι που πέρναγε μπροστά απ’ το σπίτι Τσαπάρα, λίγο πριν από το νεκροταφείο, να είναι κατακόκκινο απ’ το αίμα που είχε δεχθεί και την Κατσίνη να κατεβαίνει σκούζοντας απ’ τον τόπο της εκτέλεσης με τα μαλλιά της ανακατωμένα, ενώ τα πόδια και τα χέρια της μέχρι τις κλειδώσεις να είναι βουτηγμένα στο αίμα. Ποιος ξέρει πάνω σε πόσους νεκρούς πάτησε και πόσους αναποδογύρισε ψάχνοντας, μέσα στο σωρό των σκοτωμένων, για να βρει τον άνδρα της∙ έμοιαζε με άνθρωπο τρελό και δεν μπορώ να φανταστώ που πήγε τρέχοντας.
Προχωρήσαμε, με τη μητέρα μου, τρέχοντας τον ανήφορο. Φθάνοντας αντικρίσαμε το τραγικό θέαμα των σκοτωμένων ανθρώπων∙ ήταν πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Τότε κάτι πρέπει να συνέβη στο μυαλό μου, γιατί από εκείνη τη στιγμή και μετά η μνήμη μου άρχισε να λειτουργεί με διαλείψεις. Υπάρχουν πράγματα που τα θυμάμαι πολύ καθαρά σαν να συνέβησαν σήμερα, άλλα δεν τα θυμάμαι καθόλου, λες κι ήμουν απών και άλλα, υπάρχουν στιγμές, που τα θυμάμαι καθαρά∙ θυμάμαι ή νομίζω ότι τα θυμάμαι;
Δεν θυμάμαι καθόλου σε ποιο σημείο βρέθηκε ο πατέρας μου. Δεν θυμάμαι να έκλαψα. (Κλαίω, τώρα που γέρασα, όταν τα θυμάμαι). Δεν έχω την εικόνα της μητέρας μου να σέρνει στον κατήφορο πάνω στην κουβέρτα το άψυχο σώμα του πατέρα. ΄Εχω, όμως, στο μυαλό μου την εικόνα της μητέρας μου στο μονοπάτι να κάθεται στο χώμα, ίσως για να ξεκουραστεί, να κλαίει με αναφιλητά δίπλα στο σώμα του σκοτωμένου πατέρα μου και δίπλα να περνούν γυναίκες κλαίγοντας και σέρνοντας πάνω σε κουβέρτες τα ματωμένα κορμιά των ανθρώπων τους.
Από τη σφαγή των Καλαβρυτινών γλύτωσαν οι κατωτέρω: 1) Αδαμόπουλος Χ., 2) Αλεξόπουλος Γ., 3) Γεωργαντάς Γ., 4) Καρακάσης Χ., 5) Κώνστας, 6) Μπελογιάννης Κ., 7) Νικολαΐδης Π., 8) Σαμοθρακίτης Γ., 9) Σαρματζόπουλος Π., 10) Σαρανταυγάς Π., 11) Πηλιόπουλος Τ., 12) Φερλελής Α., 13) Κωστόπουλος Σ.
Ένας διασωθείς θυμάται…
Ο Παναγιώτης (Τάκης) Σαμαρτζόπουλος, από τα Καλάβρυτα, γεωργοκτηνοτρόφος, είχε το «προνόμιο» να είναι ένας από τους δέκα τρεις επιζήσαντες από τα δολοφονικά βόλια της Βέρμαχτ. Σε μια αποκαλυπτική μαγνητοφωνημένη συζήτηση με το συγγραφέα, κατέθεσε τη δική του συγκλονιστική μαρτυρία για την Τραγωδία των Καλαβρύτων.
Π.Σ.: Οι Γερμανοί μετά τη μάχη των Ρωγών-Κερπινής και το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων, σχεδίασαν και πραγματοποίησαν την Επιχείρηση Καλάβρυτα. ΄Ετσι γερμανικές φάλαγγες μαζί με γερμανοντυμένους των Ελληνικών Ομάδων Ασφαλείας, εξόρμησαν κατά των Καλαβρύτων από την Τρίπολη, την Πάτρα, το Αίγιο. Η Επιχείρηση Καλάβρυτα, άρχισε στις 5 Δεκεμβρίου 1943 και τερματίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1943.
Το πρωί της Πέμπτης 9 Δεκεμβρίου 1943 οι πρώτες γερμανικές μηχανοκίνητες και πεζοπόρες γερμανοελληνικές μονάδες, έφθασαν στη Βυσωκά. ΄Εγινε η συγκέντρωση των Βυσωκιωτών στο προαύλιο της Αγίας ΄Αννας.
Μετά οι Γερμανοί μπήκαν στα Καλάβρυτα. ΄Εκαναν ένα κλειό γύρω από την πόλη. Ο καθένας μπορούσε να μπαίνει στα Καλάβρυτα αλλά δεν μπορούσε να βγαίνει. Το δόκανο του θανάτου στήθηκε. Επικράτησαν συνθήκες τρόμου, αγωνίας, αβεβαιότητας. Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του και κανένας δεν μπορούσε να δώσει υπεύθυνες κατευθύνσεις και πληροφορίες. Ο καθένας ζούσε και ενεργούσε για τον εαυτό του.
Η συμπεριφορά των Γερμανών ήταν υποκριτική. ΄Εβλεπες πρόσωπα βλοσυρά, αγριεμένα, μανιασμένα για εκδίκηση. ΄Εβλεπες και πρόσωπα γριφώδη, πρόσωπα καμουφλαρισμένα που προσπαθούσαν με τη σιωπή τους να δείξουν ότι είναι γερμανοί. Αλλά τα γερμανικά ρούχα έχασκαν πάνω τους και με προσοχή διέκρινες ότι οι Γερμανοί, δεν ήταν Γερμανοί… ΄Ηταν κάτι το καμουφλαρισμένο… Ντρέπομαι να το πω αλλά, αυτό, δυστυχώς, είναι η πραγματικότητα.
Άκουγες σπασμένα Ελληνικά, αναμασήματα και προσποιητές γερμανικές αρθρώσεις, αλλά έδειχναν καθαρά ότι το καμουφλάρισμα δεν ήταν τέλειο.
Έπειτα η συμπεριφορά τους πρόδωσε. Το πλιάτσικο στα σπίτια, το τραχονολόγημα, το σπάσιμο των μαγαζιών, η λαφυραγώγηση των νοικοκυριών, το κλέψιμο των Καλαβρυτινών αρχοντικών. Οι προίκες από τις Καλαβρυτινές σουφρώθηκαν από τις 9-12 Δεκεμβρίου 1943. Δύσκολα να πιστέψω ότι αυτό ήταν έργο των Γερμανών. Είχε εμφανή τα ελληνικά χαρακτηριστικά.[5]
Δ.Κ.: Πώς έγινε η μεταφορά σας στο χωράφι του Καπή;
Π.Σ.: Από το Δημοτικό Σχολείο όπου γινόταν ο διαχωρισμός και ο χωρισμός μας από τις γυναίκες μας και τα παιδιά μας. Αμέσως χωριζόμαστε σε ομάδες συντεταγμένες και με τη συνοδεία στρατιωτών οδηγηθήκαμε στο χωράφι του Καπή. Προχωράτε, μην κοντοστέκεστε. Προχωράτε, μην χαζεύετε… ήταν οι προσταγές στα ελληνικά των συνοδών σιδηρόφρακτων γερμανών (;) στρατιωτών. ΄Ετσι στοιβαχτήκαμε στο χωράφι του Καπή. Μας μέτρησαν κιόλας. ΄Ακουγα: ΄Ενας, δύο, τριάντα πέντε, εκατό… τριακόσια πενήντα… πεντακόσια έντεκα… πεντακόσια ογδόντα… πάντα σε άπταιστα ελληνικά. Παραξενεύτηκα και αναρωτήθηκα: Μα οι Γερμανοί μετρούν ελληνικά;…
Τα Καλάβρυτα είναι ζωσμένα από τους Γερμανούς. ΄Ολα τα υψώματα είχαν ισχυρές σκοπιές. Στην Αγία Βαρβάρα, τον Αηλιά στην Βελιά, το Κάστρο, παντού Γερμανοί-Γερμανοί-Γερμανοί… Στοιβαχτήκαμε στο χωράφι του Καπή. Απέναντι στην Γαϊδουροράχη καμουφλαρισμένα πολυβόλα και στρατιώτες σε θέσεις βολής. Αμέσως βρεθήκαμε σε έναν σφιχτό κλοιό θανάτου… Στο αλώνι του Ζήσιμου πολυβόλα… πολυβόλα… με τις μπούκες τους στραμένες επάνω μας.

Ο Διοικητής του 749 Jager Retsiment Αντισυνταγματάρχης της Βέρμαχτ Julius Wolfinger, Αρχηγός της UNTERNEHMEN KALAWRYTA.
Περιμένοντας το θάνατο…
Δ.Κ.: Πώς σας παρέταξαν στο χωράφι του Καπή;
Π.Σ.: Στην πρώτη σειρά οι Παπάδες. Κοντά τους οι Προύχοντες, ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο Γυμνασιάρχης, οι Καθηγητές, οι Δημόσιοι Υπάλληλοι, οι Τραπεζιτικοί. Πίσω όλοι οι άλλοι. Μπροστά μας ο Τένερ. ΄Ενας λεπτός, μάλλον ψηλός, φακιδιασμένος λοχίας. Δεν είχε όψη καθαρόαιμου Γερμαναρά. Μάλλον περισσότερο Αυστριακός ήταν. Δίπλα του οι συμβουλάτορές του, ο ένας πρέπει να ήταν ΄Ελληνας και μάλλον Αξιωματικός… ΄Εφθασε και η δεύτερη παρτίδα από τους Καλαβρυτινούς. Μπήκαν και αυτοί στη θέση τους. Θα ήταν η ώρα 10.00΄. Τότε μπήκαν και οι ταινίες στα πολυβόλα στην Γαϊδουροράχη. Μετά ακούστηκε στα ελληνικά μια φωνή: Θέλω τον Σαμψαρέλο και τον Ντάνο, ήταν Τραπεζιτικοί. Τους πήραν και έφυγαν πάλι για τα Καλάβρυτα. ΄Υστερα από λίγο ξαναγύρισαν. ΄Ηταν κίτρινοι, σαν φλουρί. Λήστεψαν τις Τράπεζες. Τα ξεσήκωσαν όλα… όλα. Δεν άφησαν τίποτε. Σίγουρα δεν την έχουμε καλά… είπαν στους ανυπόμονους και περιέργους να μάθουν νέα Καλαβρυτινούς.
Δ.Κ.: Τί κατάσταση επικρατούσε στην πόλη;
Π.Σ.: Το ρολόϊ χτύπησε έντεκα, νταν… νταν… νταν… έντεκα φορές. Τότε άρχισαν να ανεβαίνουν καπνοί στον ουρανό. ΄Αρχισαν να καίγονται τα Καλάβρυτα. Γέμισε ο ουρανός από καπνούς. Εμείς βλέπαμε τα σπίτια μας, τις περιουσίες μας να γίνονται στάχτη. Παγωνιά επικράτησε. Παγωνιά και αγωνία. Οι γυναίκες, τα παιδιά… Οι γυναίκες τι κάνουν οι οικογένειές μας;
Ο Τένερ, οι συνεργάτες του κάγχαζαν. Απολάμβαναν το θέαμα. Διασκέδαζαν με την αγωνία μας, με το μαρτύριό μας. Κάποιοι ζήτησαν εξηγήσεις. Τί γίνεται, πού μας πάνε, πού είναι τα γυναικόπαιδα; Απάντησε ο Τένερ: Δεν θα πάθετε τίποτα. Μην ανησυχείτε. Θα κάψουμε τα σπίτια σας… ΄Εχετε το λόγο μου, δεν θα πάθετε τίποτα… Κάποια ανακούφιση. Αλλά πρόσκαιρη. Δεν βαριέσαι. Ας καούν… Θα τα χτίσουμε πάλι από την αρχή. Τα γυναικόπαιδα να ‘ναι καλά…
Αλλά ξαφνικά όλα άλλαξαν… Το ρολόϊ ξαναχτύπησε. Νταν… νταν… νταν… δώδεκα φορές. Τότε έπεσε η πρώτη φωτοβολίδα. Οι Γερμανοί ξάπλωσαν, έλαβαν θέση βολής. Ο Τένερ ανασκουμπώθηκε και κινούσε τα χέρια προς τα πολυβόλα. Δεν καταλάβαμε την κίνηση του χεριού του Τένερ. Σηκωθήκαμε. Είδαμε το Δημοτικό σχολείο στις φλόγες. Νέα αγωνία… Κόπηκαν τα πόδια μας… Οι γυναίκες… Καίνε τις γυναίκες… Νέα φωτοβολίδα. Μάλλον πράσινη αυτή τη φορά. Νέες κινήσεις του Τένερ… μετά νέα φωτοβολίδα… μάλλον κόκκινη αυτή τη φορά… μετά άρχισαν τα πολυβόλα. ΄Αρχισαν να ξερνούν φωτιά και σίδερο. ΄Ολα τα πολυβόλα έβαλαν εναντίον μας απροειδοποίητα. Πέσαμε κάτω, άλλοι έπεφταν, άλλοι σηκωνόντουσαν. Και τα πολυβόλα ξερνούσαν φωτιά και ατσάλι κρρρ… κρρρ… κρρρ… Το μακελειό είχε αρχίσει.
Η Μεγάλη Σφαγή σε όλο το μεγαλείο της. Τα πολυβόλα του Χίτλερ, τα πολυβόλα της ντροπής σημάδευαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον πολιτισμό. Τα πολυβόλα του Τένερ δολοφονούσαν την ηθική, δολοφονούσαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δολοφονούσαν την ίδια την εκτελεστή αφού ο στρατιωτικός του λόγος δεν κράτησε παρά μόνο λίγα λεπτά…
Εγώ ήμουν μαζί με τον Τσεντούρο και τον Γιώργη Κυριακόπουλο. Τότε πετάχτηκε ο Δημήτρης Οικονόμου ο Πανελλήνιος. Είμαι φίλος σας, είμαι γερμανόφιλος… Είμαι δικός σας άνθρωπος… Καμία ανταπόκριση. Μια ριπή και ο γερμανόφιλος Πανελλήνιος διπλώθηκε στα δύο. Δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. ΄Επεσα κάτω μαζί με τον Κυριακόπουλο. Τότε δέχτηκα έξη μέχρι οκτώ βλήματα στο πόδι, μια στο σαγόνι. Δίπλα μου ο Κυριακόπουλος.
Τάκη πονάω, χάνω αίμα, σβύνω… Κουράγιο Γιώργη, μη μιλάς, μην κουνιέσαι, κάνε τον σκοτωμένο… Πονάω, χάνω αίμα, ωχ… ωχ… Δεν ξαναμίλησε ποτέ ο Κυριακόπουλος. ΄Εκανα τον σκοτωμένο. Οι Γερμανοί άρχισαν να μας μετακινούν, να μας αναποδογυρίζουν και να δίνουν τη χαριστική βολή… μπαμ… μπαμ… μπαμ… Μετά γδούποι και σιγή. Μετά η σειρά για κάποιον άλλο. Μπαμ… μπαμ… μπαμ…
Μετακίνησαν και εμένα, με γύρισαν ανάσκελα. Δεν κινήθηκα. Δεν μίλησα. Κάποιος με πάτησε. Συγκρατήθηκα, δεν μίλησα. ΄Αστον αυτόν, είναι τελειωμένος, είπε κάποιος στα ελληνικά. Συνέχισε, συνέχισε να τελειώνουμε, είπε ένας άλλος, πάλι στα ελληνικά. ΄Εριξαν κάποιον επάνω μου. Δεν κρατήθηκα και βόγγηξα. Αμέσως μετά… Μπαμ… μπαμ… μπαμ… έφαγε δύο χαριστικές βολές. Τελείωσε. Κάποια στιγμή επικράτησε ησυχία.
Η αποστολή τελείωσε; Εσείς ρίξατε στο πηγάδι τους συντρόφους μας;… κάποιος ψέλισε στα ελληνικά… Θέλανε να παίξουν με τους Γερμανούς;… είπε κάποιος άλλος, και αυτό στα ελληνικά. ΄Ακουγα, πονούσα, σφάδαζα αλλά και αηδίαζα. ΄Ακουγα ελληνικά να χαίρονται, άκουγα ΄Ελληνες να μετράνε, άκουγα ΄Ελληνες ικανοποιημένους για το μεγάλο μακελειό… Ντροπή… ντροπή… ντροπή… Μετά μια φωνή έσκισε τον ουρανό Αλλαααααα…. ΄Αρχισαν οι Γερμανοί να τρέχουν, περνούσαν επάνω μας πατώντας μας, έτρεχαν σαν άλογα να συνταχθούν πιο κάτω. Κάποιος δεν άντεξε, σηκώθηκε να δει τι γίνεται. ΄Ηταν ο Δημήτρης Καλδίρης. Κάποιος γύρισε και τον αποτελείωσε… ΄Ηταν ο τελευταίος Καλαβρυτινός που έπεφτε…
Έφυγαν τραγουδώντας…
Δ.Κ.: Οι Γερμανοί τι έκαναν;
Π.Σ.: ΄Εφυγαν. ΄Εφυγαν τραγουδώντας… Μετά άκουσα μια φωνή, τον Κώστα Μπελογιάννη. Τάκη μείνε όπως είσαι. Μην ταράζεσαι… μείνε όπως είσαι φεύγουν… ΄Εμεινα ακίνητος. ΄Ακουσα φωνές, γυναικείες φωνές… Γυναίκες, που είστε γυναίκες… σκότωσαν τους άντρες μας… τρέξτε… τρέξτε οι άντρες μας σκοτώθηκαν… ΄Εφτασε η Γυφτοχρήσταινα, η Γεωργία Τσαρουχά (Παπαβασιλείου) και άλλες.
Ανασηκώθηκα… Ζήτησα ένα στήριγμα… ΄Αρχισα να περπατώ προς τα Καλάβρυτα… ΄Επεσα πάνω στον Βασίλη Μποτώνη… Τάκη πάρε την κατηφόρα… κουράγιο… Προχωρούσα σιγά-σιγά. ΄Επεσα πάνω σ’ ένα τσεκούρι γεμάτο αίματα και μυαλά. ΄Εφτασα στο σημείο όπου στεκόταν ο Τένερ. Είχε ένα πλάστη με τον οποίο ανοίγουν φύλλο οι γυναίκες. Τον είχε καρφώσει στη γη. Τον πήρα και στηριζόμενος σ’ αυτόν προχώρησα προς τα Καλάβρυτα…
Με παρέλαβαν οι γυναίκες, μου έδωσαν νερό, με πήγαν στο σπίτι του Φεφέ όπου κάθησα. ΄Ηλθαν οι δικοί μου να με πάρουν. Είναι κι άλλοι ζωντανοί… Φροντίστε να τους βοηθήσετε… τους είπα. Δεν υπήρχαν φάρμακα, δεν υπήρχε τίποτε. Τα ρούχα έμειναν κολλημένα πάνω στις πληγές δύο ημέρες. ΄Ηλθε ο Αρίστος Θούας από το Λειβάρτζι, ο οποίος με περιποιήθηκε. ΄Εκοψε κρέατα, σιδέρωσε τα τραύματα με καφτό σίδερο. ΄Εκαψε σύρμα και καθάρισε τις πληγές και τα τραύματα. Ο Αρίστος Θούας με κράτησε στη ζωή.
Οι γυναίκες πήγαν την άλλη μέρα να μεταφέρουν τα πτώματα. Κάποιο γερμανικό αεροπλάνο πετούσε πάνω από την εκτέλεση.
Δ.Κ.: Τάκη Σαμαρτζόπουλε, είσαι βέβαιος, με το χέρι στην καρδιά, ότι στις 13 Δεκεμβρίου 1943 στη Ράχη του Καπή, τράβηξαν εναντίον των Καλαβρυτινών τη σκανδάλη και ΄Ελληνες;
Π.Σ.: Με το χέρι στη καρδιά και όλο το αίσθημα της ιστορικής ευθύνης, με ντροπή και οδύνη επαναλαμβάνω: Τους Καλαβρυτινούς εκτέλεσαν, δυστυχώς, γερμανοντυμένοι ΄Ελληνες…

Τα πυρπολημένα Καλάβρυτα
Η ταφή των νεκρών…
Συγκλονιστική η αφήγηση της Βασιλικής Κυριακοπούλου, που σαν άνοιξε η πόρτα του σχολείου, που μαζί με τις άλλες Καλαβρυτινές την είχαν κλεισμένη, τρέχει στο χωράφι του Καπή. Ο τόπος ολόγυρα είχε κοκκινίσει από το αίμα. Θυμάται: «Περπατούσα μέσα στο αίμα. ΄Εψαξα πολύ και βρήκα τον άνθρωπό μου. Τον σήκωσα, τον έβαλα στην πλάτη μου και μοιρολογώντας τον κατέβασα στο νεκροταφείο. ΄Εσκαψα με τα νύχια μου και τον έθαψα.
Το θέαμα στο νεκροταφείο ήταν ανατριχιαστικό. ΄Εβλεπε κανείς στους κορμούς των κυπαρισσιών στοιβαγμένα πτώματα. Σωριασμένες οικογένειες. Οι Καλαβρυτινοί ήρωες θάβονταν χωρίς παπά και τρισάγιο. Χωρίς κερί και λιβάνι…». Αλλά κι η νύχτα που ακολούθησε ήταν ακόμη πιο φριχτή, μια νύχτα που όσοι τη ζήσανε, και ξεχωριστά οι γυναίκες, την έχουνε κάθε στιγμή μπροστά στα μάτια γραμμένη άσβηστα στην καρδιά.
Η ίδια θα πει: «Τη νύχτα τα σκυλιά άρχισαν να ουρλιάζουν. Ο παγωμένος αέρας άπλωνε παντού τη μυρωδιά του θανάτου. ΄Ακουγες τις γυναίκες να τριγυρίζουν σαν βρυκόλακες στους δρόμους και να ουρλιάζουν: Κώσταααα… Νίκο, Μανώλη, όλα τα ονόματα του χωριού. Πιο πάνω ο Παναγής, ο Σαρανταυγάς, είχε στήσει μοιρολόϊ που συνέχισε όλη τη νύχτα…».

Έχω μεγάλο δρόμο να κάμω…
«Την άλλη μέρα πήγα και στο νεκροταφείο. Τον ξέθαψα, τον έστησα σ’ ένα κυπαρίσσι. Και άρχισα να τον μοιρολογώ. Μου ‘χε σαλέψει. Το βράδι τον ξανάθαψα. Το ίδιο και την άλλη μέρα. Μιλούσα μαζί του, δεν πίστευα ότι είχε φύγει. Μα απάντηση δεν έπαιρνα. Του έβγαλα το κατατρυπημένο από τις σφαίρες παλτό και τα παπούτσια λέγοντάς του: Εκεί που πας δεν σου χρειάζονται ρούχα και παπούτσια. Συγχώρα με. ΄Εχω μεγάλο δρόμο να κάμω. Τον έθαψα για πάντα. ΄Ηταν 40 ετών. Καλοκάγαθος, ευγενής, χαρούμενος…».
Στη μέση της πλατείας η εκκλησιά με το ‘να ρολόϊ σταματημένο. Τριάντα οχτώ χρόνια δείχνει –και θα δείχνει‒ την ίδια ώρα. Είναι 2.35΄. Είναι αυτή η φοβερή στιγμή που μέσα στις φλόγες που τύλιγαν τα Καλάβρυτα, τα πολυβόλα σώριαζαν χίλιους τριακόσιους Καλαβρυτινούς. Και ένας ατελείωτος θρήνος ακούγονταν από τις γυναίκες που ξέφευγαν από το σχολειό… Η τραγωδία των Καλαβρύτων πέρασε στην παγκόσμια πια ιστορία, σαν φρικαλέο έγκλημα των Χιτλερικών. ΄Ενα από τα μεγάλα ολοκαυτώματα της ανθρωπότητας. Που με εκατομμύρια κορμιά σε μια τιτάνια πάλη πολέμησε το φασισμό. Και σύντριψε το φασιστικό θεριό.
Γιατί μάζεψαν όχι μόνο τους άνδρες, αλλά και τις γυναίκες στο σχολείο; Ο Otto Hofmann αναφέρει:[6] «Πριν κάψουμε τα Καλάβρυτα, με διέταξαν, επειδή ήξερα λίγα Ελληνικά, να πάω από σπίτι σε σπίτι και από καλύβα σε καλύβα και να εξαναγκάσω όσους βραδυπορούσαν, να μεταβούν στο Δημοτικό Σχολείο να συντομέψουν και να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Γι’ αυτό μερικές γυναίκες με τα παιδιά τους, οι οποίες περίμεναν τι θα γινόταν με απάθεια τις έβαλα να μαζέψουν τα απαραίτητα και να ακολουθήσουν τη συγκέντρωση όπως και οι άλλοι Καλαβρυτινοί. Σ’ ένα σπίτι, που ήταν πολύ καθαρό, καθόταν ακόμα μία νεαρή μητέρα με το παιδί της στην αγκαλιά. Δεν με πίστεψε και νόμισε ότι θα την πυροβολούσαν στον δρόμο. Μόνο όταν της μίλησα και την είχα παρακαλέσει για πολλή ώρα, έφυγε από το σπίτι με το παιδί στην αγκαλιά και μερικά πράγματα. Την βοήθησα για λίγο και μετά την αποχαιρέτησα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω το λυπημένο και γεμάτο αγωνία βλέμα της». Ο Otto Hofmann έφθασε στα Καλάβρυτα μαζί με άλλους εκείνο το πρωΐ και ήταν μεσημέρι, όταν όλα τα γυναικόπαιδα είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους και συγκεντρώθηκαν στο Δημοτικό Σχολείο. ΄Οπως φαίνεται, η ομάδα του είχε την επιμέλεια να συγκεντρωθούν όλοι οι Καλαβρυτινοί στο Δημοτικό Σχολείο.
Ο Alfred Schaerer δηλώνει πολύ συγκεκριμένα: «΄Ημουν ασυρματιστής στην ομάδα επικοινωνίας Engelhardt και εγώ ο ίδιος έκανα την αποκρυπτογράφηση της τελικής αγγελίας για την Επιχείρηση Καλάβρυτα. Σ’ αυτήν την αγγελία, δεν μιλούσε για 1.000 νεκρούς, 12/χρονους, κ.λπ. αλλά για 511 νεκρούς στα Καλάβρυτα.[7] Δεν μπορεί να ήταν 1.200 ή πιο πολλοί νεκροί, γιατί έτσι η πόλη έπρεπε να ήταν φίσκα από αντάρτες.
Ο Eberhard Rondholz στα δημοσιεύματά του, δίνει λόγο σε έναν Καλαβρυτινό: «Σήμερα ακόμα στα Καλάβρυτα μιλάνε για εκείνον τον στρατιώτη, που άνοιξε την πόρτα για τις γυναίκες και τα παιδιά που είχαν κλειστεί στο σχολείο και ο οποίος αργότερα εκτελέστηκε με συνοπτική διαδικασία από τους δικούς του, επειδή είχε πράξει αντίθετα με τις διαταγές του. Θέλουμε να τιμήσουμε τον άνθρωπο αυτόν, ο οποίος ήταν ο μοναδικός που έδειξε ανθρωπιά την ώρα της καταστροφής», μου είπαν πολλές φορές στα Καλάβρυτα, «μήπως να του φτιάξουμε μνημείο… Αλλά δεν ξέρουμε ούτε πως τον λένε, και δεν έχουμε ούτε φωτογραφία του». Με ρώτησαν αν θα μπορούσα να μάθω τίποτα σχετικό στη Γερμανία, ίσως εάν θα μπορούσα να βρω τα παιδιά του. Για να το πω αμέσως: η έρευνά μου ήταν μάταια. Στα πρακτικά της 117 Jager Division, στα οποία υπάρχουν λεπτομερή στοιχεία, για την καταστροφή των Καλαβρύτων και των γύρω χωριών και Μοναστηρίων, δεν αναφέρεται καμία εκτέλεση, με συνοπτική διαδικασία ενός μέλους των ομάδων μάχης Gnass, Juppe και Ebersberger. Μήπως για «καλό άνθρωπο των Καλαβρύτων» είναι η ίδια υπόθεση όπως με εκείνον τον Γερμανό στρατιώτη, για τον οποίο οι κάτοικοι του Γιουγκοσλαβικού Smederevska Palanka έφτιαξαν ένα μνημείο, επειδή έλεγαν ότι πριν σαράντα (40) χρόνια, στις 20 Ιουλίου 1941, αρνήθηκε να λάβει μέρος σε εκτέλεση ομήρων; Και για εκείνον τον άνθρωπο, το όνομά του ήταν Josef Schulz και η καταγωγή του ήταν από το Wuppertal – οι κάτοικοι του Smederevska Palanka κατάφεραν να βρουν το όνομά του, έλεγαν ότι εκτελέστηκε από τους δικούς του. ΄Ερευνες στην κεντρική υπηρεσία της κρατικής νομικής διοίκησης (Landesjustizverwaltung), για την διαλεύκανση ναζιστικών εγκλημάτων στο Ludwigsburg, είχαν το αποτέλεσμα ότι ο Josef Schulz, την ημέρα της εκτέλεσης των ομήρων, είχε ήδη πεθάνει. Είχε σκοτωθεί μία ημέρα πριν σε επίθεση ανταρτών. Αλλά στο Smederevska Palanka σήμερα ακόμα, πολύς κόσμος, δεν πιστεύει αυτό το σκηνοθετημένο τρόπο του θανάτου του. Θέλουν να τον θυμούνται σαν ένα δίκαιο, μεταξύ τόσων κτηνανθρώπων.
Και έτσι και σήμερα στα Καλάβρυτα, ακόμα πολλοί πιστεύουν, σ’ αυτόν τον ένα μοναδικό, που έδειξε ανθρωπιά εκείνη την ημέρα του Δεκεμβρίου του 1943 και ο οποίος γι’ αυτό πλήρωσε με τη ζωή του.
Στην πραγματικότητα, τί είχε γίνει στο Σχολείο των Καλαβρύτων; Η πόλη καιγόταν, το σχολείο κινδύνευε – και μέσα σ’ αυτήν την κόλαση ένας άνδρας έμεινε για να μην ανοιχτεί η πόρτα από κάποιον άσχετο; Εάν θα ήταν ένας μόνο άνδρας κοντά, θα έπρεπε μάλιστα να ανοίξει την πόρτα, αλλιώς δίκαια θα μπορούσε να δικαστεί από δικαστήριο με συνοπτική διαδικασία. Ακατανόητη στις διηγήσεις είναι και η παράγραφος του Δημητρίου Καλδίρη, όπου αναφέρει ότι «οι γυναίκες χτύπησαν τις πόρτες και τα παράθυρα σαν τρελλές» και αυτά δεν άνοιξαν. Τα παράθυρα είναι φτιαγμέα από τζάμια και πάντα ανοίγονται μόνο από μέσα.
Ο Josef Tischler, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην Επιχείρηση Καλάβρυτα, χρόνια αργότερα μίλησε με τη γυναίκα του τότε παππά των Καλαβρύτων, η οποία επίσης ήταν κλεισμένη στο σχολείο και έμαθε: Κανείς δεν απελευθέρωσε τις γυναίκες και τα παιδιά, αλλά οι ίδιες έσπρωξαν την πόρτα και άνοιξε και τότε μια γριά είχε πατηθεί και πέθανε. Μόνο εάν πράγματι έγινε έτσι, εξηγείται ο θάνατος της γυναίκας αυτής. ΄Ανθρωποι ορμάνε έξω με πανικό. Ο Δημήτρης Καλδίρης κάπως συγκαλύπτει το ατύχημα: «΄Ενα κύμα από γυναίκες και παιδιά χύθηκε στους δρόμους, πάτησε με άγριο πανικό μία γριά γυναίκα… και την άφησε πίσω νεκρή. Αλλά έπρεπε να σταματήσουν; Παντού φωτιά, όλη η πόλη φλεγόταν σαν πυρσός. ΄Ετρεμαν από το φόβο και οι καρδιές τους πήγαιναν να σπάσουν…» και συνεχίζει αναφέροντας τις Μαρία Αλεβιζάτου και Δέσποινα Λέκκα, οι οποίες έφτασαν στα Καλάβρυτα οκτώ (8) ημέρες μετά τις εκτελέσεις. «Οι γυναίκες και τα παιδιά ήταν κλεισμένοι στο σχολείο, αλλά έσπασαν την πόρτα και ξέφυγαν από τη φωτιά».
Παρά αυτήν τη σαφή μαρτυρία, ο Δημήτρης Καλδίρης, παρουσιάζει την υπόθεση τελείως διαφορετικά:[8] «Εν τω μεταξύ, η πόλις ήταν βυθισμένη στις φωτιές. Τα σπίτια κοντά στο σχολείο είχαν πιάσει φωτιά. Πυρσοί πετάχθηκαν στην αυλή του σχολείου. ΄Ολα πιάσαν φωτιά και μία γυναίκα φώναξε: Οι εγκληματίες θέλουν να μας κάψουν. Καιγόμαστε. Βοήθεια! Ο φύλακας στην πόρτα ήταν από την Αλσατία. Εκείνος και η δασκάλα, η δεσποινίς Καλπούρου, μίλησαν Γαλλικά. Πράττω αντίθετα με τις διαταγές μου, είπε. Θα με σκοτώσουν, το ξέρω. Αλλά η συνείδησή μου δεν μ’ αφήνει να κάνω αλλιώς. Είμαι πατέρας, έχω μεγάλη οικογένεια. Μόνο ο Θεός ξέρει, εάν θα τους ξαναδώ. Και δεν τους είδε ξανά. Δεν επέστρεψε ποτέ σπίτι του. ΄Ανοιξε την πόρτα και άφησε τις γυναίκες και τα παιδιά να φύγουν. ΄Οπως φαίνεται, οι Γερμανοί δεν είχαν διατάξει να καούν οι γυναίκες και τα παιδιά, αλλά όλοι νόμισαν ότι θα καίγονταν μαζί με το σχολείο. ΄Οταν βγήκαμε από την έξω πόρτα του σχολείου είδαμε αυτόματα μπροστά μας. Δεν ξέραμε εάν θα πυροβολούσαν. Φύγαμε από το σχολείο τρέχοντας». Ο ισχυρισμός του Καλδίρη, για τον καλό στρατιώτη, που έσωσε τα γυναικόπαιδα, πρέπει να χαρακτηρισθεί σαν σκέτο προϊόν φαντασίας. Μεταξύ των Αλσατών δεν υπήρχαν πατέρες με μεγάλες οικογένειες, επρόκειτο, χωρίς εξαίρεση, για νέους των κλάσεων 21-24. Και ποιές διαταγές εννοούσε ο Αλσατός και γιατί φοβόταν μήπως τον σκοτώσουν οι Γερμανοί;
—–
…………………………………………………………………………….
0 Σχόλια